Καταπολέμηση της ακρίβειας

Ο Υπουργός Ανάπτυξης, Χρήστος Φώλιας, ο Υφυπουργός Ανάπτυξης, Γιώργος Βλάχος και οι Γενικοί Γραμματείς Εμπορίου Δημήτρης Σκιαδάς και Καταναλωτή Γιάννης Οικονόμου, στις 21 Φεβρουαρίου 2008, ανακοίνωσαν τη δέσμη 41 μέτρων για την καταπολέμηση της ακρίβειας. Δυόμιση μήνες μετά και αφού έχουν εφαρμοστεί, ήδη, δώδεκα (12) μέτρα, ανακοινώνεται η εφαρμογή ενός ακόμη μέτρου: Μέτρο Περιεχόμενο Θεσμοθέτηση Πρόοδος εφαρμογής 38. Ενεργοποίηση του νόμου για καθυστερήσεις πληρωμών Υπουργείο Ανάπτυξης- Διυπουργικές Συνεργασίες- Συνεργασία Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ρύθμισης, εάν παρέλθουν τριάντα μέρες από τη διενέργεια της συναλλαγής ή από την χρονική στιγμή που θα συμφωνηθεί για την εξόφληση του χρέους, τότε ο δικαιούχος των χρημάτων δικαιούται να αξιώσει το χρέος αυτό εντόκως, αυτός δε ο τόκος υπερημερίας προσδιορίζεται με επιτόκιο που ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και που μπορεί να προσαυξηθεί εως 7%, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικό επιτόκιο στη σχετική σύμβαση. Έγγραφο που εστάλη προς όλα τα Επιμελητήρια και τους Εμπορικούς Συλλόγους της Ελλάδας και προτρέπει για την εφαρμογή του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου για τις καθυστερήσεις πληρωμών. Με πρωτοβουλία του Υπουργείου Ανάπτυξης, υπενθυμίζεται στον εμπορικό κόσμο της χώρας την ανάγκη εφαρμογής του Π.Δ. 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2000/35/ΕΚ, και το οποίο αφορά σε περιπτώσεις υπερημερίας σε εμπορικές συναλλαγές ώστε να ασκούνται τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτό. Πιο συγκεκριμένα, σκοπός της ρύθμισης αυτής είναι αφενός να εξορθολογιστούν τα χρονικά περιθώρια καταβολής των χρεών που προβλέπονται στις εμπορικές συναλλαγές και αφετέρου να μειωθεί το φαινόμενο των καθυστερήσεων των πληρωμών, ιδίως στις περιπτώσεις όπου έχει συμφωνηθεί ένα χρονικό σημείο καταβολής των χρημάτων. Ο συνδυασμός των μεγάλων προβλεπομένων ορίων καταβολής χρεών με την μη έγκαιρη πληρωμή αυτών αποτελεί το πρόβλημα που αντιμετωπίζεται από τη ρύθμιση αυτή. Με την έμφαση που αποδίδει το Υπουργείο Ανάπτυξης στην εφαρμογή της ρύθμισης αυτής, στόχος είναι να μην δημιουργείται κόστος χρήματος στις συναλλαγές που παρουσιάζουν καθυστέρηση πληρωμών, ώστε να μην μετακυλίεται στην τελική τιμή καταναλωτή των προϊόντων το έτσι δημιουργούμενο αυξημένο χρηματοοικονομικό κόστος των εμπόρων, εισαγωγέων, και παραγωγών των προϊόντων αυτών.